Σε προηγούμενο κείμενο αναφερθήκαμε στον φόβο του κοινωνικού στιγματισμού και της ταμπελοποίησης.  Τι είναι όμως ο κοινωνικός στιγματισμός και πώς μας κατευθύνει ;

 

Ο κοινωνικός στιγματισμός είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που μας επιτρέπει να κατηγοριοποιούμε ένα φάσμα χαρακτηριστικών δίνοντάς τους συγκεκριμένη σημασιολογία. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν διαχωρίζουμε το «φυσιολογικό» και «συνηθισμένο» από το «αφύσικο» και το «απαξιωτικό». Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον ορισμό της διάστασης που υπάρχει ανάμεσα στην πραγματική ταυτότητα του υποκειμένου και σε αυτή που μπορεί να έχει (Goffman, 1963).

Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε καλύτερα τον κοινωνικό στιγματισμό μπορούμε να συλλογιστούμε τις στιγμές που δεν μπορέσαμε να αντιμετωπίσουμε κάποιες συνθήκες σύμφωνα με τα «φυσιολογικά» πρότυπα. Εκείνη τη στιγμή βρεθήκαμε αντιμέτωποι με ένα συναίσθημα περιθωριοποίησης, που προκλήθηκε από το στίγμα. Έτσι, μπορούμε να καταλάβουμε πως όλοι σε διάφορες συνθήκες έχουμε βρεθεί αντιμέτωποι με το στίγμα. Αυτό που διαφοροποιείται είναι ο βαθμός στον οποίο έχουμε εκτεθεί σε αυτό. Η αίσθηση που μας προκαλείται από την αδυναμία μας να προσαρμοστούμε στις κοινωνικές προσδοκίες είναι αποτέλεσμα του κοινωνικού στιγματισμού και της διαφοροποίησής μας από τα «φυσιολογικά» πρότυπα. Η δυσφορία έγκειται στην απόκλιση από αυτό που έχει οριστεί φυσιολογικό και στην αντιμετώπιση της συμπεριφοράς αυτής από τους άλλους. Θα μπορούσαμε να πούμε πως οι κατευθύνσεις που παίρνουμε στη ζωή μας βασίζονται στην αποφυγή μιας τέτοιας κατάστασης.

Αδιαμφισβήτητα υπάρχουν θεσμοί και κάποιοι κοινωνικοί ρόλοι που έχουν διανεμηθεί προκειμένου να μπορέσουμε όλοι να συνυπάρχουμε σε δομημένες κοινωνίες. Αυτή η ανάγκη είναι που οδήγησε στη δημιουργία του «φυσιολογικού» και του «αφύσικου». Πιθανόν η κατηγοριοποίηση σε «ανεκτό» και «μη ανεκτό» να ταίριαζε περισσότερο σε καταστάσεις που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία και την ευημερία του συνόλου. Κατά συνέπεια θα λέγαμε πως είναι δόκιμο να θεωρούμε επικίνδυνες συμπεριφορές ως «μη ανεκτές» προκειμένου να διασφαλίσουμε την ύπαρξη της κοινωνίας. Αλλά σε ποιον βαθμό επηρεάζεται το κοινωνικό σύνολο όταν για παράδειγμα ένας άνθρωπος δεν επιθυμεί να γίνει γονέας; Όταν ένας άνθρωπος δεν ευτυχεί μέσα σε μια σχέση ή σε μια σχέση με άνθρωπο του αντίθετου φύλου; Όταν ένας άνθρωπος ευτυχεί μέσα από την αφοσίωση στην οικογένεια; Όταν ένας άνθρωπος νοσεί ψυχικά; Όταν κάποιο μέλος μιας οικογένειας νοσεί ψυχικά;  Όταν ένας άνθρωπος είναι απλά διαφορετικός;

Αυτοί οι άνθρωποι είτε θα αποφασίσουν να είναι δυνατοί απέναντι στο Κοινωνικό Στίγμα και να το πολεμήσουν διεκδικώντας την ευτυχία τους είτε θα αποφασίσουν να είναι δυνατοί απέναντι στη δυστυχία τους αποσιωπώντας την «αφύσικη» συμπεριφορά τους, ώστε να μην ενοχλήσουν την κοινωνική συνύπαρξη, πιστεύοντας πως με αυτόν τον τρόπο δε θα πληγωθούν από την αντιμετώπιση που θα έχουν.

Αυτή η δυσφορία είναι μεγάλη και πολλοί άνθρωποι δέχτηκαν να εμπλακούν με ρόλους στους οποίους δε βρίσκουν κανένα νόημα, προκειμένου να ευτυχήσουν οι άλλοι. Είναι όμως αυτή η δυσφορία ανεκτή; Η απάντηση είναι όχι. Αναδύεται με κάθε ευκαιρία  σε κάθε είδους σχέση. Στην πραγματικότητα δημιουργεί συμπεριφορές που εντέλει απειλούν την κοινωνική ευημερία. Ίσως λοιπόν να κινδυνεύουμε περισσότερο από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε αυτά που θεωρούμε πως μας απειλούν, παρά από την ίδια την απειλή, η οποία και δεν υπάρχει. Ίσως να πρέπει να είμαστε πιο κριτικοί απέναντι στις επιπτώσεις που προκαλεί αυτή η διαφορετική συμπεριφορά, για να μπορέσουμε να δούμε πως δεν χρειάζεται να την περιθωριοποιήσουμε είτε από την πλευρά του υποκειμένου είτε από της κοινωνίας.

 

 

 

 

Βιβλιογραφία:

Goffman, E. (1963). Stigma. London: Penguin

Δασκαλά Βασιλική

Δασκαλά Βασιλική

Κοινωνιολόγος Σύμβουλος

B.Soc.Sc., PgDip.M.Sc.