Ο σχολικός εκφοβισμός είναι ένα θέμα που απασχολεί τους γονείς, οι οποίοι ανησυχούν είτε για την περίπτωση που το παιδί τους θυματοποιείται είτε για την περίπτωση που ασκεί σχολικό εκφοβισμό σε άλλα παιδιά. Η ηλικία του παιδιού που ασκεί σχολικό εκφοβισμό αλλάζει το προφίλ του «θύτη». Στο παρόν κείμενο θα αναφερθούμε στον σχολικό εκφοβισμό που ασκεί ο θύτης στις τάξεις του δημοτικού, προσπαθώντας να δούμε πως μπορούμε να παρέμβουμε πιο αποτελεσματικά.

Είναι χρήσιμο να αναφερθούμε στον ορισμό του σχολικού εκφοβισμού για να μπορέσουμε να οριοθετήσουμε έτσι τις συμπεριφορές που σχετίζονται με τον όρο. Ως σχολικός εκφοβισμός ορίζεται η σκόπιμη και επανειλημμένη θυματοποίηση ενός μαθητή με αρνητικές ενέργειες από έναν ή περισσότερους μαθητές (Νικολάου, 2013). Οι αρνητικές αυτές ενέργειες ποικίλουν και μπορούν να πάρουν την μορφή της λεκτικής ή σωματικής βία. Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τα περιστατικά βίας (ενός ευρύτερου ορισμού) από τα περιστατικά σχολικού εκφοβισμού, καθώς το δεύτερο πρέπει να εμπεριέχει το στοιχείο της επανάληψης και της στοχοποίησης.

Σε ένα γενικότερο πλαίσιο, τα παιδιά πειραματίζονται, προσπαθούν το ένα παιδί να επιβληθεί στο άλλο και να δοκιμάσουν τα όρια τους. Παρατηρώντας στην καθημερινότητα τα παιδιά μπορούμε να καταλάβουμε πως προσπαθούν να ανακαλύψουν τις δυνάμεις τους μέσα από εκρήξεις που μπορεί να έχουν με τους συνομήλικους αλλά ακόμα και με τους φροντιστές τους. Πότε όμως είναι πειραματισμός στα πλαίσια της υγειούς ανάπτυξης και πότε είναι ανάγκη του παιδιού να υπάρξει μέσα από αυτή τη συμπεριφορά και πρέπει να παρέμβουμε; Εδώ μπαίνουν δύο χαρακτηριστικά που μας υποδεικνύουν την αναγκαιότητα της παρέμβασης, το πρώτο είναι η συχνότητα και το δεύτερο η ένταση. Όταν υπάρχουν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, η παρέμβαση δεν είναι χρήσιμη, αλλά απαραίτητη.

Το θυμωμένο παιδί αντιμετωπίζει μια ένταση που δεν είναι διαχειρίσιμη από το ίδιο. Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για τα αίτια του θυμού του παιδιού. Τα περισσότερα παιδιά θύτες φαίνεται να είναι εκτεθειμένα τα ίδια σε καταστάσεις επιθετικής συμπεριφοράς, είτε λεκτικής είτε σωματικής, οι οποίες έχουν οδηγήσει το παιδί στη μίμηση των ίδιων συμπεριφορών και στην εκμηδένιση της προσωπικότητας του. Άλλες πληροφορίες, δίνουν ως χαρακτηριστικό του θύτη, την πιθανή αποτυχία του στα σχολικά μαθήματα, η οποία και τον οδηγεί στην υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς που θα τον κάνει σημαντικό στα μάτια των συμμαθητών του. Σε κάθε περίπτωση ο θυμός είναι δυσλειτουργικός, και το παιδί θύτη τις περισσότερες φορές προκαλεί πόνο γιατί ίσως να είναι αυτό που νιώθει περισσότερο και που γνωρίζει καλύτερα πως να το κάνει.

Εμείς για να παρέμβουμε στην θυμωμένη συμπεριφορά του θα πρέπει να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να μην πυροδοτούμε αυτόν τον θυμό, ο οποίος σε μεγαλύτερη ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε ακόμα πιο θυμωμένες συμπεριφορές. Είναι απαραίτητο λοιπόν, τα μαθαίνουμε στα παιδιά μας πως οι συμπεριφορές επιβολής δύναμης είναι ανεπιθύμητες, να μην επικροτούμε την ακραία συμπεριφορά ενός παιδιού. Πολλές φορές μπορεί να έχει τύχει μια συμπεριφορά ενός παιδιού να μας προκαλέσει αμηχανία και κατά συνέπεια να γελάσουμε αμήχανα, αυτό όμως θα δώσει στα παιδία μια λανθασμένη πληροφορία, πως αυτές οι συμπεριφορές είναι ανεκτές. Σίγουρα ο θυμός επιτρέπεται και πρέπει να αναγνωρίζουμε το δικαίωμα των παιδιών στο θυμό, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να τα βοηθήσουμε να βρίσκουν τον κατάλληλο τρόπο να τον εκφράζουν.

Επιπλέον, θα ήταν περισσότερο ωφέλιμο να επιμένουμε στις ανεπιθύμητες συμπεριφορές τονίζοντας πως δεν κάνει τα παιδιά ανεπιθύμητα. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως όταν καταλαβαίνουμε να υπάρχει ένα παιδί στην τάξη ή στο σχολείο των παιδιών μας που φαίνεται να εκφοβίζει τους συμμαθητές του, δεν θα βοηθήσει η απομόνωση του παιδιού και να δείξουμε πως το παιδί είναι ανεπιθύμητο, αλλά να δεχόμαστε το παιδί και όχι την συγκεκριμένη συμπεριφορά. Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι γονείς αποφασίζουν να μην επιτρέπουν στα θυμωμένα παιδιά να κάνουν παρέα με τα παιδιά τους, αυτό σημαίνει πως αποφασίζουν και να μην είναι αποδεκτά ούτε στις γιορτές που διοργανώνουν, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά είναι καλεσμένα. Αυτό ένα θυμωμένο παιδί θα το κάνει ακόμα πιο θυμωμένο. Ο μη διαχειρίσιμος θυμός του θα γίνει πιο έντονος και θα μεγαλώσει το αίσθημα της απόρριψης. Το πιο πιθανό αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι το παιδί να επιτίθεται για να αμυνθεί και να νιώσει σημαντικός, σύμφωνα με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το ίδιο τους σημαντικούς ανθρώπους.

Τέλος, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τον σχολικό εκφοβισμό, πρέπει να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε σε βάθος ένα θυμωμένο παιδί και να το βοηθήσουμε να εκφράσει όσα νιώθει με έναν λειτουργικό τρόπο. Για να μην είμαστε μια κοινωνία που επενδύει σε τρόπους μη «θυματοποίησης», πρέπει να δώσουμε έμφαση στους «θύτες», να ακούσουμε τι έχουν να πουν και να τους βοηθήσουμε να το εκφράσουν, ιδανικά σε μια ηλικία που δεν θα έχει προλάβει η επιθετικότητά τους να γίνει ο πυρήνας της ταυτότητάς τους. Δεν ασχολούμαστε με το προφίλ του θύματος, καθώς αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να εντοπίσουμε τον θύτη και να του δώσουμε την δυνατότητα να αποδράσει από την ταυτότητα του «κακού».

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Νικολάου, Γ., (2013)., Σχολικός εκφοβισμός και εθνοπολιτισμική ετερότητα. Στο: Η. Ε. Κουκούτας & Θ. Β. Θάνος (Επιμ.). Σχολική βία και παραβατικότητα, ψυχολογικές, κοινωνιολογικές, παιδαγωγικές διαστάσεις. Ενταξιακές προσεγγίσεις. (σσ. 51 – 77). Αθήνα: Τόπος

Δασκαλά Βασιλική

Δασκαλά Βασιλική

Κοινωνιολόγος Σύμβουλος

B.Soc.Sc., PgDip.M.Sc.